J.K. Rowling

Συντάκτης: Γιώργος Καραστάθης

 

“Η ιδέα ενός παιδιού που δραπετεύει από τους περιορισμούς του κόσμου των μεγάλων και πηγαίνει κάπου όπου έχει δύναμη, κυριολεκτικά και μεταφορικά, πραγματικά με γοήτευε”. Σαν του δικού της ήρωα, τον Harry Potter, η ζωή της J.K. Rowling έχει τη λάμψη παραμυθιού.

Χωρισμένη, με την κόρη της μωρό ακόμα, ζώντας με επιδόματα σε ένα μικροσκοπικό διαμέρισμα στο Εδιμβούργο, η Rowling έγραψε το “Harry Potter και η φιλοσοφική λίθος” κατά τη διάρκεια των ύπνων της κόρης της – και ήταν ο Harry Potter που την έσωσε. Το Συμβούλιο Τεχνών της Σκωτίας της έδωσε επιδότηση για να μπορέσει να τελειώσει το βιβλίο. Μετά την πώλησή του στους εκδοτικούς οίκους “Bloomsbury” και “Scholastic Books” ο “Harry Potter” άρχισε να αποκτά μεγάλη διασημότητα και αναγνώριση. Πήρε πάρα πολύ καλές κριτικές και κέρδισε τα βρετανικά βραβεία λογοτεχνίας “Children’s Book of the Year” και “Smarties Book Prize”. Τα δικαιώματα του βιβλίου πουλήθηκαν γρήγορα σε πάρα πολλές χώρες.

Μια άνεργη χωρισμένη μητέρα, η Rowling έγραψε το “Harry Potter” όταν “Ήμουν πολύ άσχημα και έπρεπε να πετύχω κάτι. Χωρίς αυτή την πρόκληση θα μπορούσα να είχα καταλήξει στην απόλυτη τρέλα”. Η Rowling έγραφε από πολύ μικρή, το πρώτο μυθιστόρημά της λέγονταν “Rabbit”: “Ήμουν περίπου έξι χρόνων και δε σταμάτησα να “μουντζουρώνω” από τότε”.

Για τη Rowling, η αλλαγή της τύχης της και της ζωής της ήταν μια συγκλονιστική συγκίνηση, ένα μεγάλο σάστισμα. Όμως η κόρη της δεν είχε καμιά αμφιβολία για τη νέα ζωή και καριέρα της μητέρας της: Όταν τη ρωτούσαν “τι κάνει η μαμά σου;”, απαντούσε χωρίς δισταγμό “η μαμά μου γράφει!”.



Λογοτεχνία και κινηματογράφος

Συντάκτης: Γιώργος Καραστάθης

 

Η σχέση λογοτεχνίας και κινηματογράφου έχει απασχολήσει πολλούς ανθρώπους σχετικούς με τις δύο αυτές τέχνες, είτε πρόκειται για επαγγελματίες του είδους, συγγραφείς και κινηματογραφιστές, είτε για τους απλούς λάτρεις των δύο αυτών τεχνών, αναγνώστες και θεατές.

Το πρόβλημα της σχέσης αυτής εντοπίζεται κυρίως στην απογοήτευση που νοιώθει ο θεατής βλέποντας κάποια ταινία βασισμένη σε λογοτεχνικό έργο του οποίου υπήρξε αναγνώστης. Η επιλογή της λέξης «απογοήτευση» εδώ δεν είναι τυχαία. Ο θεατής πράγματι απογοητεύεται, παύει δηλαδή να γοητεύεται από κάτι που πριν τον έκανε να αισθάνεται έτσι. Τι ήταν αυτό; Το λογοτεχνικό κείμενο. Ένα κείμενο εξ ορισμού πολυσήμαντο, που αφήνει δηλαδή ελεύθερο τον αναγνώστη να το ερμηνεύσει με τον τρόπο που αυτός επιθυμεί και μπορεί (με βάση τα βιώματά του, το βαθμό εξοικείωσής του με τα λογοτεχνικά κείμενα κλπ.).

Σχετικά με τον πολυσήμαντο χαρακτήρα του κειμένου έχει υποστηριχθεί ότι το λογοτεχνικό έργο «ξαναγράφεται» κάθε φορά που διαβάζεται. Αυτό σημαίνει ότι ο εκάστοτε σκηνοθέτης που επιθυμεί να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη ένα λογοτεχνικό έργο το έχει κι αυτός με τη σειρά του, διαβάζοντάς το, «ξαναγράψει». Έχει δώσει τη δική ερμηνεία πάνω σε αυτό. Έχει εκτιμήσει περισσότερο κάποια στοιχεία που για διάφορους λόγους του έκαναν εντύπωση και έχει δείξει λιγότερο ενδιαφέρον για κάποια άλλα. Είναι λογικό λοιπόν ένα κινηματογραφικό έργο που αποδίδει ένα λογοτεχνικό κείμενο ερμηνευμένο και «ξαναγραμμένο» με έναν α τρόπο να απογοητεύσει το θεατή που το έχει ήδη ερμηνεύσει με ένα β ή γ ή χ τρόπο. Το πρόβλημα όμως δεν έχει να κάνει μόνο με την πολυσημία του λογοτεχνικού κειμένου που δεν επιτρέπει εκ των πραγμάτων δύο απόλυτα ταυτόσημες ερμηνείες. Το ζήτημα είναι ότι εδώ έχουμε να κάνουμε κυρίως με ένα μεταγλωττισμό. ‘Ένα πέρασμα από μία γλώσσα, τη λογοτεχνική, σε μια άλλη, την κινηματογραφική. Πέρασμα από το χώρο των λέξεων στο χώρο των εικόνων. Συνοψίζοντας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι από τη μία η πολυσημία του λογοτεχνικού κειμένου και από την άλλη η μεταγραφή της λογοτεχνικής γλώσσας στην κινηματογραφική καθιστά αδύνατη την πιστή απόδοση του κειμένου στην οθόνη. Το μόνο που μπορεί να ελπίζει ένας κινηματογραφιστής είναι να προσεγγίσει στην οθόνη είτε (συνήθως) το γράμμα του συγγραφέα (την υπόθεση), είτε το πνεύμα του.

Τελειώνοντας, πρέπει να διευκρινιστεί ότι η απογοήτευση του θεατή έγκειται ακριβώς σε αυτή την αδυναμία να αποδοθεί επακριβώς ένα λογοτεχνικό έργο στον κινηματογράφο και όχι στην ταινία αυτή καθεαυτή που μπορεί να αποτελεί ένα αριστούργημα της έβδομης τέχνης. Δεν πρέπει να ξεχνάμε άλλωστε και την περίπτωση (πολύ συνηθισμένη) που από μετριότατα λογοτεχνικά έργα δημιουργούνται πολύ καλές ταινίες. Ατυχώς, κανείς τότε δεν τα βλέπει ως λογοτεχνικές μεταφορές.

Φίλιπ Κ. Ντικ

Συντάκτης: Γιώργος Καραστάθης

 

Τι κοινό έχουν η θρυλική ταινία “Blade runner” (1982) του Ρίντλει Σκοτ, η πολύ καλή “Ολική επαναφορά” (1990) του Πολ Βερχόφεν και η, επίσης πολύ καλή, ταινία του Στίβεν Σπίλμπερκ “Minority report”; Το σενάριό τους βασίζεται σε κείμενο του Αμερικανού συγγραφέα Φίλιπ Κ. Ντικ: Στο μυθιστόρημα “Do androids dream of electric sheep?” και στα διηγήματα “We can remember it for you wholesale” και “Minority report” αντίστοιχα.

Ο Φίλιπ Κέντρεντ Ντικ πέθανε το 1982, μετά από μια ξαφνική καρδιακή προσβολή, σε ηλικία 54 ετών, έχοντας στο ενεργητικό του 30 χρόνια ιδιοφυούς συγγραφικής δραστηριότητας. Ο Ντικ στα γραπτά του θίγει βασικά θέματα αντίληψης, φιλοσοφίας και θρησκείας και αμφισβητεί κάθε είδος εξουσίας, φτάνοντας ως την ύστατη μορφή της, την ίδια την πραγματικότητα. Δείχνει απέραντη συμπάθεια για τους χαρακτήρες του. Οι καταστάσεις στις οποίες βρίσκονται μπορεί να ανήκουν στο χώρο της επιστημονικής φαντασίας, αλλά τα προβλήματά τους είναι αληθινά, και ο συγγραφέας εξερευνά μέσα από αυτά βασικά ερωτήματα της ζωής που μας αφορούν όλους. Ίσως ο ίδιος μπορεί να μας εξηγήσει καλύτερα πολλά πράγματα:
“Φοβάμαι την εξουσία, αλλά συγχρόνως αισθάνομαι δυσαρέσκεια απέναντί της και απέναντι στο φόβο μου, έτσι επαναστατώ. Επαναστάτησα στο Μπέρκλεϊ (γνωστό αμερικανικό πανεπιστήμιο) και µε έδιωξαν, μου είπαν να μην ξαναγυρίσω. Μια μέρα έφυγα από τη δουλειά μου στο δισκοπωλείο και δεν ξαναγύρισα. Αργότερα ήμουν αντίθετος στον πόλεμο του Βιετνάμ και μου έκαναν το σπίτι γυαλιά – καρφιά. Ότι κάνω προέρχεται από την κακή μου συμπεριφορά. Ακόμα και με τους εκδότες µου. Όμως η επιστημονική φαντασία είναι µια επαναστατική μορφή τέχνης. Χρειάζεται ερωτήσεις του είδους “γιατί” ή “πώς” ή “ποιός το είπε;”. Αυτό εξιδανικεύεται στα βιβλία μου με θέματα του είδους “είναι πραγματικό το σύμπαν;” ή “είμαστε στα αλήθεια άνθρωποι ή είμαστε απλές μηχανές αντανακλαστικών;”. Έχω πολύ θυμό μέσα μου. Πάντα είχα. Την περασμένη βδομάδα ο γιατρός µου μου είπε πως η πίεσή μου ανέβηκε πάλι, φαίνεται πως έχω μια καρδιακή επιπλοκή. Θύμωσα. Ο θάνατος με νευριάζει. Όσα υποφέρουν οι άνθρωποι και τα ζώα με νευριάζουν, κάθε φορά που πεθαίνει μια γάτα μου βρίζω το Θεό και το εννοώ, είμαι έξαλλος μαζί του. Θέλω να γράψω για ανθρώπους που αγαπώ και να τους βάλω σε ένα φανταστικό κόσμο του μυαλού μου, όχι στον κόσμο που έχουμε στην πραγματικότητα, γιατί ο κόσμος που έχουμε στην πραγματικότητα δεν συμφωνεί με τα πρότυπά μου. Ωραία, θα έπρεπε να αναθεωρήσω τα πρότυπά µου. Θα πρέπει να υποχωρήσω μπροστά στην πραγματικότητα. Ποτέ δεν υποχώρησα μπροστά στην πραγματικότητα. Αυτό είναι η επιστημονική φαντασία. Αν θέλετε να υποχωρήσετε μπροστά στην πραγματικότητα, διαβάστε τους κατεστημένους συγγραφείς των μπεστ – σέλερς. Αλλά διαβάζετε επιστημονική φαντασία κι εγώ τη γράφω για σας. Θέλω να σας δείξω στα γραπτά μου τι αγαπάω (τους φίλους µου) και τι μισώ άγρια (αυτό που τους συμβαίνει).”

Ο Ντικ, σαν µια τραγική φυσιογνωμία, ακολούθησε μια μοίρα παρόμοια με αυτή των ηρώων του. Για χρόνια παραγνωρισμένος από το κοινό του, κατάφερε στα τελευταία χρόνια της ζωής του να πετύχει μια σχετικά άνετη ζωή και την αναγνώριση.