Λογοτεχνία και κινηματογράφος

Συντάκτης: Γιώργος Καραστάθης

 

Η σχέση λογοτεχνίας και κινηματογράφου έχει απασχολήσει πολλούς ανθρώπους σχετικούς με τις δύο αυτές τέχνες, είτε πρόκειται για επαγγελματίες του είδους, συγγραφείς και κινηματογραφιστές, είτε για τους απλούς λάτρεις των δύο αυτών τεχνών, αναγνώστες και θεατές.

Το πρόβλημα της σχέσης αυτής εντοπίζεται κυρίως στην απογοήτευση που νοιώθει ο θεατής βλέποντας κάποια ταινία βασισμένη σε λογοτεχνικό έργο του οποίου υπήρξε αναγνώστης. Η επιλογή της λέξης «απογοήτευση» εδώ δεν είναι τυχαία. Ο θεατής πράγματι απογοητεύεται, παύει δηλαδή να γοητεύεται από κάτι που πριν τον έκανε να αισθάνεται έτσι. Τι ήταν αυτό; Το λογοτεχνικό κείμενο. Ένα κείμενο εξ ορισμού πολυσήμαντο, που αφήνει δηλαδή ελεύθερο τον αναγνώστη να το ερμηνεύσει με τον τρόπο που αυτός επιθυμεί και μπορεί (με βάση τα βιώματά του, το βαθμό εξοικείωσής του με τα λογοτεχνικά κείμενα κλπ.).

Σχετικά με τον πολυσήμαντο χαρακτήρα του κειμένου έχει υποστηριχθεί ότι το λογοτεχνικό έργο «ξαναγράφεται» κάθε φορά που διαβάζεται. Αυτό σημαίνει ότι ο εκάστοτε σκηνοθέτης που επιθυμεί να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη ένα λογοτεχνικό έργο το έχει κι αυτός με τη σειρά του, διαβάζοντάς το, «ξαναγράψει». Έχει δώσει τη δική ερμηνεία πάνω σε αυτό. Έχει εκτιμήσει περισσότερο κάποια στοιχεία που για διάφορους λόγους του έκαναν εντύπωση και έχει δείξει λιγότερο ενδιαφέρον για κάποια άλλα. Είναι λογικό λοιπόν ένα κινηματογραφικό έργο που αποδίδει ένα λογοτεχνικό κείμενο ερμηνευμένο και «ξαναγραμμένο» με έναν α τρόπο να απογοητεύσει το θεατή που το έχει ήδη ερμηνεύσει με ένα β ή γ ή χ τρόπο. Το πρόβλημα όμως δεν έχει να κάνει μόνο με την πολυσημία του λογοτεχνικού κειμένου που δεν επιτρέπει εκ των πραγμάτων δύο απόλυτα ταυτόσημες ερμηνείες. Το ζήτημα είναι ότι εδώ έχουμε να κάνουμε κυρίως με ένα μεταγλωττισμό. ‘Ένα πέρασμα από μία γλώσσα, τη λογοτεχνική, σε μια άλλη, την κινηματογραφική. Πέρασμα από το χώρο των λέξεων στο χώρο των εικόνων. Συνοψίζοντας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι από τη μία η πολυσημία του λογοτεχνικού κειμένου και από την άλλη η μεταγραφή της λογοτεχνικής γλώσσας στην κινηματογραφική καθιστά αδύνατη την πιστή απόδοση του κειμένου στην οθόνη. Το μόνο που μπορεί να ελπίζει ένας κινηματογραφιστής είναι να προσεγγίσει στην οθόνη είτε (συνήθως) το γράμμα του συγγραφέα (την υπόθεση), είτε το πνεύμα του.

Τελειώνοντας, πρέπει να διευκρινιστεί ότι η απογοήτευση του θεατή έγκειται ακριβώς σε αυτή την αδυναμία να αποδοθεί επακριβώς ένα λογοτεχνικό έργο στον κινηματογράφο και όχι στην ταινία αυτή καθεαυτή που μπορεί να αποτελεί ένα αριστούργημα της έβδομης τέχνης. Δεν πρέπει να ξεχνάμε άλλωστε και την περίπτωση (πολύ συνηθισμένη) που από μετριότατα λογοτεχνικά έργα δημιουργούνται πολύ καλές ταινίες. Ατυχώς, κανείς τότε δεν τα βλέπει ως λογοτεχνικές μεταφορές.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *